Το κτήριο δεν έχει μια μοναδική είσοδο. Υπάρχουν 7 διαφορετικές είσοδοι για τους ισόγειους χώρους από το περιστύλιο, ενώ η άνοδος στον πρώτο όροφο εξασφαλίζεται από τρία εξωτερικά κλιμακοστάσια εντός του περιγράμματος του περιστυλίου.
Το ένα από αυτά, αποτελεί σήμερα την κύρια είσοδο των σχολών του Ωδείου Αθηνών και οδηγεί στο χαρακτηριστικό φουαγιέ εισόδου του α΄ορόφου, με θέα στο αίθριο με τις ελιές. Η επιρροή του μοντερνισμού είναι ξεκάθαρη: η οροφή είναι από εμφανές σκυρόδεμα, ο τοίχος έχει κάθετα ανεπίχριστα τούβλα, ενώ μεγάλα υαλοστάσια με θέα στο αίθριο εξασφαλίζουν τον φυσικό φωτισμό του χώρου.
Το 1959 ο τότε υπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής προκηρύσσει φιλόδοξο αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για τη δημιουργία του Πνευματικού Κέντρου Αθηνών στην περιοχή ανάμεσα στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας-Ρηγίλλης-Βασιλέως Γεωργίου Β και στη Λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου. Κατά τα πρότυπα ανάλογων πολεοδομικών διαγωνισμών στην Ευρώπη και την Αμερική, οι αρχιτέκτονες καλούνται να χωροθετήσουν Εθνικό Θέατρο, Κτήριο Συναυλιών Χοροδράματος και Συνεδρίων, Εθνική Βιβλιοθήκη, Ακαδημία Μουσικής (το σημερινό Ωδείο Αθηνών), Εθνική Πινακοθήκη, Υπαίθριο Θέατρο, Εκθεσιακό χώρο, Ερευνητικά ιδρύματα και υπόγειο πάρκινγκ 1300 θέσεων. Αφορμή για αντιπαράθεση είναι το εξωφρενικό για τους επικριτές κόστος της υλοποίησης, ενώ η ταχέως αναπτυσσόμενη πόλη είχε πολύ βασικότερες ανάγκες. Ενδεικτικά, στο γειτονικό Παγκράτι οι δρόμοι ήταν στρωμένοι με χώμα.
Φοιτητές και καθηγητές στο Bauhaus έθεσαν τις αρχές του μοντέρνου κινήματος (δηλαδή του μοντερνισμού): θεωρούσαν ότι ο σχεδιασμός των αντικειμένων που περιβάλλουν τον άνθρωπο πρέπει να προκύπτει από τη λειτουργία, να είναι όσο απλούστερος γίνεται, χωρίς περιττή διακόσμηση ή άλλα στοιχεία που θα απέκρυπταν τα υλικά από τα οποία φτιάχνεται κάτι. Ακριβώς αυτές οι αρχές σχεδιασμού και η όσμωση εντός του εκπαιδευτικού οργανισμού του Bauhaus που είχε βιώσει από κοντά ο Δεσποτόπουλος, αποτέλεσαν τους καινοτόμους, τότε, άξονες σχεδιασμού του Ωδείου Αθηνών.
Ο αρχιτέκτονας του Ωδείου Αθηνών Ιωάννης Δεσποτόπουλος, ήταν σημαντικός εκπρόσωπος του μοντερνισμού στην μεταπολεμική αρχιτεκτονική και ο μοναδικός Έλληνας αρχιτέκτονας που φοίτησε στην ιστορική σχολή Bauhaus. Το Bauhaus, μια καινοτόμος σχολή που λειτούργησε μόνο για 14 χρόνια στη μεσοπολεμική Γερμανία, άφησε ανεξίτηλη σφραγίδα στις τέχνες και την αρχιτεκτονική του 20ου αιώνα.
Τις πόρτες του πέρασαν οι πιο επιδραστικοί αρχιτέκτονες, σχεδιαστές και καλλιτέχνες που χαρακτήρισαν με τη δουλειά τους μια ολόκληρη εποχή. Μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, πολλοί καθηγητές και μαθητές μετανάστευσαν στις ταχέως αναπτυσσόμενες ΗΠΑ οδηγώντας τις εξελίξεις στον κλάδο τους.
Οι φοιτητές της σχολής του BAUHAUS εξασκούνταν καθημερινά εφαρμόζοντας έναν ολιστικό τρόπο προσέγγισης που σήμερα φαντάζει πολύ σύγχρονος, αναμειγνύοντας καλές και εφαρμοσμένες τέχνες. Καθηγητές και φοιτητές ζούσαν μέσα στη σχολή σε μια κοινότητα και εκπαιδεύονταν σε περισσότερες από μία τέχνες. Ασκούνταν στην αρχιτεκτονική, το βιομηχανικό design, την υφαντουργία, τη αγγειοπλαστική, τη φωτογραφία και τη ζωγραφική αντλώντας έμπνευση από τη φύση, την ιστορία και την τεχνολογία.
Με πλάτος 32μ και μήκος 160μ, το στενόμακρο αυτό οικοδόμημα των 13.000τμ στην πραγματικότητα αποτελείται από 3 διαφορετικά κτήρια μήκους περίπου 53μ το καθένα, χτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο για λόγους αντισεισμικής αντοχής. Αποτελείται από ισόγειο, όροφο και 4 διαφορετικά υπόγεια, περιλαμβάνοντας ένα μοναδικό συνδυασμό 34 χώρων διδασκαλίας (μουσικής, θεάτρου και χορού), βιβλιοθήκης, αρχείου, 6 χώρων καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, 2 αίθριων και 4 υπερσύγχρονων στούντιο.
Παρά την αποστροφή για κάθε είδους διακόσμηση που χαρακτηρίζει τόσο το ύφος Bauhaus, όσο και γενικότερα τον αρχιτεκτονικό μοντερνισμό, στο κτήριο του Ωδείου Αθηνών διακρίνουμε κρυμμένα μοτίβα που διατρέχουν όλο το κτήριο, δημιουργώντας διακριτικά μια ενιαία οπτική ταυτότητα. Πρόκειται για μια αινιγματική σύνθεση από κάθετες ευθείες, μια διαγώνια και που και που ένα τμήμα κύκλου. Οι χαράξεις αυτές συναντώνται στην επεξεργασία των στηθαίων των κλιμακοστασίων που οδηγούν στον όροφο, των αντίστοιχων του δεύτερου ‘σκληρού’ αίθριου και των στηθαίων γύρω από το Αμφιθέατρο. Όμως, τα βλέπουμε και στο μαρμάρινο δάπεδο των κλιμάκων που οδηγούν στο Φουαγιέ, στην επένδυση εμφανούς οπτοπλινθοδομής των περιμετρικών τοίχων του Πολυχώρου και στη μαρμάρινη επένδυση με τις λοξές απολήξεις στη βάση των στηλών του.
Εκτός των μοτίβων, ειδική αναφορά αξίζει σε δυο εξίσου μοναδικά σημεία:
1. Η μαύρη μαρμάρινη επένδυση στον τοίχο του καφέ του ισογείου, είναι ένα από τα 3 σημεία στο κτίριο όπου χρησιμοποιείται μαύρο και όχι άσπρο μάρμαρο, και δείχνει να απεικονίζει συμβολικά την τομή του κτιρίου. Τα άλλα δύο είναι στο Δώμα και τον Πολυχώρο. Αποτελείται από μάρμαρα σε 3 διαφορετικά πάχη.
2. Το εντυπωσιακό χαρακτικό προοπτικής απεικόνισης του Ωδείου Αθηνών που αχνοφαίνεται αν κοιτάξει κανείς ψηλά στον νότιο τοίχο του Περιστυλίου, δίπλα στο αίθριο με τις ελιές.
Το περιστύλιο στο ισόγειο αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό στοιχείο του κτηρίου. Αρχιτεκτονικά, αυτοί οι χώροι από την εποχή της Αρχαίας Αγοράς έως σήμερα αποτελούν χώρο αυξημένης κοινωνικοποίησης. Το περιστύλιο αναπτύσσεται κυρίως κατά μήκος της νότιας πλευράς σύμφωνα με τους κανόνες της μεσογειακής αρχιτεκτονικής, προσφέροντας ένα σκιερό μεταβατικό χώρο ανάμεσα στο περιβάλλον που λούζεται στο φως και τους κλειστούς χώρους του κτηρίου. Οι ραδινές μορφές των υποστυλωμάτων και η λευκή μαρμάρινη επένδυσή τους αποτελούν αναφορά στην κλασσική αρχιτεκτονική, ενώ η ρυθμική επανάληψή τους προσδίδει στο κτήριο μια χαρακτηριστικά ανάλαφρη διάσταση.
Στο κτήριο υπάρχουν 2 αίθρια σχεδιασμένα για να προσφέρουν φυσικό φωτισμό στους χώρους που βρίσκονται στο κέντρο του κτηρίου. Καθένα από τα αίθρια αυτά έχει τελείως διαφορετικό χαρακτήρα: το ένα είναι πιο φυσικό και ‘μαλακό’ καθώς είναι φυτεμένο με ελιές και στρωμένο με χώμα.
Το άλλο, πιο τεχνητό και ‘σκληρό’, με το τραχύ του δάπεδο να μην επιδέχεται φύτευση, προοριζόταν αρχικά να λειτουργήσει ως προαύλιο του υπόγειου παρεκκλησιού που παρουσιάζεται ξεχωριστά. Τα αίθρια ήταν κρίσιμα από τον αρχικό σχεδιασμό του Πνευματικού Κέντρου Αθηνών, καθώς λειτουργούσαν ως κενά στο συμπαγές κτήριο του Ωδείου, που ελάφραιναν το μονολιθικό του όγκο και πρόσφεραν διαμπερείς οπτικούς άξονες από τον Υμηττό στο Λυκαβηττό και αντίθετα.
Περίμετρος: Ο όροφος αποτελείται από τρεις ζώνες. Ένας εξωτερικός περιμετρικός δακτύλιος περιλαμβάνει τις αίθουσες διδασκαλίας μουσικής και τα γραφεία διοίκησης. Όλες οι αίθουσες μαθημάτων έχουν βαριές ηχομονωτικές πόρτες με χρώματα που αρχικά προοριζόταν να συμβολίζουν τη διαφορετική χρήση των χώρων, έναν τοίχο σοβατισμένο και έναν τοίχο με κάθετη ανεπίχριστη οπτοπλινθοδομή (τούβλα). Οι αίθουσες διοίκησης ξεχωρίζουν από το μαρμάρινο υπέρθυρο από πάνω τους. Δακτύλιος Κίνησης: Τη μέση του κτηρίου διατρέχει ο φαρδύς διάδρομος κίνησης. Τα μεγάλα υαλοστάσια στις άκρες του και εσωτερικά προς τα δύο αίθρια φέρνουν φυσικό φωτισμό.
Κεντρική Ζώνη: Η κεντρική ζώνη του ορόφου αποτελείται από μεγάλες κοινόχρηστες αίθουσες και χώρους ομαδικών μαθημάτων: την Αίθουσα συναυλιών και συνεδρίων Άρης Γαρουφαλής, το Black Box της Δραματικής Σχολής, την Αίθουσα 35 (Κέντρο Ψηφιακής Επικοινωνίας Χιόνα Ξανθοπούλου-Schwarz), την ευρύχωρη αίθουσα Μπαλέτου καθώς και τους χώρους Αρχείου του Ωδείου Αθηνών. Όλες αυτές οι αίθουσες χαρακτηρίζονται από γενναία μορφολογική πλαστικότητα ειδικά στις οροφές τους, καταλήγοντας στην εντυπωσιακή διαμόρφωση του δώματος του κτηρίου.
Περίμετρος: Ο όροφος αποτελείται από τρεις ζώνες. Ένας εξωτερικός περιμετρικός δακτύλιος περιλαμβάνει τις αίθουσες διδασκαλίας μουσικής και τα γραφεία διοίκησης. Όλες οι αίθουσες μαθημάτων έχουν βαριές ηχομονωτικές πόρτες με χρώματα που αρχικά προοριζόταν να συμβολίζουν τη διαφορετική χρήση των χώρων, έναν τοίχο σοβατισμένο και έναν τοίχο με κάθετη ανεπίχριστη οπτοπλινθοδομή (τούβλα). Οι αίθουσες διοίκησης ξεχωρίζουν από το μαρμάρινο υπέρθυρο από πάνω τους. Δακτύλιος Κίνησης: Τη μέση του κτηρίου διατρέχει ο φαρδύς διάδρομος κίνησης. Τα μεγάλα υαλοστάσια στις άκρες του και εσωτερικά προς τα δύο αίθρια φέρνουν φυσικό φωτισμό.
Κεντρική Ζώνη: Η κεντρική ζώνη του ορόφου αποτελείται από μεγάλες κοινόχρηστες αίθουσες και χώρους ομαδικών μαθημάτων: την Αίθουσα συναυλιών και συνεδρίων Άρης Γαρουφαλής, το Black Box της Δραματικής Σχολής, την Αίθουσα 35 (Κέντρο Ψηφιακής Επικοινωνίας Χιόνα Ξανθοπούλου-Schwarz), την ευρύχωρη αίθουσα Μπαλέτου καθώς και τους χώρους Αρχείου του Ωδείου Αθηνών. Όλες αυτές οι αίθουσες χαρακτηρίζονται από γενναία μορφολογική πλαστικότητα ειδικά στις οροφές τους, καταλήγοντας στην εντυπωσιακή διαμόρφωση του δώματος του κτηρίου.
Το μεγάλο αμφιθέατρο του Ωδείου Αθηνών, χωρητικότητας 600 θέσεων, έχει ξεχωριστή γεωμετρία και δομή. Εσωτερικά, με τους χαρακτηριστικούς αναβαθμούς, η αρχιτεκτονική του παραπέμπει σε υπαίθριο θέατρο της κλασσικής Ελλάδας. Όπως και στα αρχαία θέατρα, η σκηνή δεν είναι απέναντι στους θεατές αλλά περιβάλλεται από τους αυτούς. Εκτός από τις απαραίτητες ξύλινες επενδύσεις για λόγους ακουστικής, κυριαρχεί το εμφανές σκυρόδεμα, σύμφωνα με το σχεδιαστικό χαρακτήρα του Bauhaus και του μοντερνισμού που αναζητούσε την ‘ειλικρίνεια’ και απεχθανόταν την περιττή διακόσμηση. Εξωτερικά, το μεγάλο αμφιθέατρο φαντάζει σαν ένα εντυπωσιακό γλυπτό πρίσμα από οπλισμένο σκυρόδεμα με μαρμάρινη επένδυση, που περιβάλλεται από μεγάλα υαλοστάσια. Ακριβώς απέναντι από την είσοδο του καφέ, μοιάζει σχεδόν να ίπταται στο χώρο.
Ακριβώς κάτω από το μεγάλο αμφιθέατρο βρίσκεται το Φουαγιέ Τεχνών. Σε αυτό οδηγούν τα άνετα διπλά κλιμακοστάσια, ενώ οι κολώνες που υποστηρίζουν τη σκηνή του αμφιθεάτρου χωρίζουν τον χώρο στα δυο. Και εδώ κυριαρχούν τα υλικά κατασκευής στη φυσική τους μορφή: εμφανές σκυρόδεμα, μάρμαρο, γυαλί, μέταλλο.
Ο υπόγειος πολυχώρος χαρακτηρίζεται από τη διαμόρφωση σε 2 επίπεδα με την με την αμφιθεατρική διάταξη των κερκίδων γύρω από ένα κεντρικό πολυγωνικό χώρο με ελεύθερα υποστυλώματα. Ο σχεδιασμός ακολουθεί και σε αυτό τον χώρο τη φιλοσοφία του Bauhaus: επιφάνειες από σκυρόδεμα, τούβλα χωρίς επίχρισμα, εμφανείς μηχανολογικές εγκαταστάσεις. Σε μια αντίφαση με την άρνηση για κάθε διακόσμηση που πρέσβευε ο μοντερνισμός, θα παρατηρήσει κανείς ότι τα τούβλα δεν τοποθετούνται οριζόντια, όπως γίνεται όταν χρησιμοποιούνται κανονικά για τοιχοποιία, αλλά κάθετα. Αυτό για τους αρχιτέκτονες υπαινίσσεται ότι αποτελούν επένδυση άλλων τοίχων (προφανώς των εξωτερικών μπετονένιων τοιχείων του υπογείου) σχηματίζοντας μάλιστα μοτίβα, διαγώνιες χαράξεις, εξώγλυφα και εσώγλυφα. Τη χρήση των ανεπίχριστων τούβλων κάθετα θα τη συναντήσουμε και σε αρκετές άλλες επιφάνειες, ειδικά στον 1ο όροφο του κτηρίου. Στον Πολυχώρο βρίσκεται 1 από τα 3 σημεία που γίνεται χρήση μαύρου μαρμάρου στο κτήριο: ο ανελκυστήρας. Τα άλλα δύο είναι στο καφέ και το δώμα.
Ο χώρος, που έχει το προσωνύμιο ‘παρεκκλήσι’ αρχικά σχεδιάστηκε ως αίθουσα εκμάθησης βυζαντινής μουσικής. Ο αρχιτέκτονας κράτησε τη μορφολογία του ημικυκλικού ιερού στην ανατολική άκρη των ορθόδοξων εκκλησιών, διαμορφώνοντας ένα αντίστοιχο τύμπανο στην ανατολική πλευρά του χώρου. Αν σταθεί κανείς στο κέντρο του ημικύκλιου και ψάλει κοιτώντας προς τον τοίχο, θα διαπιστώσει ότι ο καμπύλος τοίχος λειτουργεί ως ηχείο. Οι τοίχοι του προς το υπόγειο αίθριο έχουν χαρακτηριστικά γεωμετρικά παράθυρα διαφορετικών μεγεθών και αναλογιών, ευθεία αναφορά στην εμβληματική για το μοντέρνο κίνημα εκκλησία Notre Dame Du Haut στo μικρό γαλλικό χωριουδάκι Ronchamp, έργο του αρχιτέκτονα Le Corbusier το 1950.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο μεγάλος δάσκαλος του μοντερνισμού είχε επισκεφθεί την Ελλάδα αρκετές φορές και είχε εντυπωσιαστεί από την κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική, κρατώντας επανειλημμένα σημειώσεις και σκίτσα με τις λευκές κτηριακές μορφές, τα μικρά ανοίγματα και την έντονη πλαστικότητα (βλ. Μοναστήρι Χοζοβιώτισσας στην Αμοργό).
Το ισόγειο κεντρικό τμήμα του κτηρίου μεταξύ των δύο αίθριων σχεδιάστηκε από το Δεσποτόπουλο ως χώρος μουσείου. Έχει χαρακτηριστικά και διαφοροποιημένα ελεύθερα ύψη, καθώς και διπλά κλιμακοστάσια που οδηγούν σε μεσοπάτωμα (πατάρι).
Το εντυπωσιακό δώμα του Ωδείου Αθηνών, με τις γλυπτικές απολήξεις των αιθουσών και των εξαερισμών των μηχανολογικών εγκαταστάσεων επενδυμένες με λευκό και μαύρο μάρμαρο, αποτελεί την πέμπτη όψη του κτηρίου, και είναι ένας από τους λόγους που οδήγησαν στην ανακήρυξη του έργου ως μνημείου σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Αξιοσημείωτο είναι ότι, ενώ όλο το υπόλοιπο κτήριο είναι επενδυμένο με λευκό μάρμαρο, ο Δεσποτόπουλος επέλεξε να χρησιμοποιήσει μαύρο μάρμαρο σε τρία σημεία. Εδώ είναι το ένα από αυτά. Τα άλλα δύο τα συναντά κανείς στο καφέ του ισογείου και στον πολυχώρο Ω2.